-αξ


-αξ
(ΑΝ)·
[ΕΤΥΜΟΛ. Ονοματική κατάληξη χρησιμοποιούμενη στον σχηματισμό υστερογενών παραγώγων. Προέρχεται από το ΙΕ. επίθημα -k και την επέκτασή του σε θεματικό -ko, που ήταν από τα πιο παραγωγικά επιθήματα της ΙΕ. Πρβλ. μείραξ «κορίτσι»: σανσκρ. marya -ka -s «ανθρωπάκι», (λατ. senex «γέρος»: σανσκρ. sana -ka -s «παλιός», νέαξ «νεαρός»: αρχ. σλ. novakŭ «αρχάριος» κ.λπ. Το -α- της κατάλ. -αξ προέρχεται από ΙΕ. η, αν κρίνουμε από τα λείμαξ: λειμών, αύλαξ: αυλών, σανσκρ. yuvaca -s «νεαρός»: λατ. invencus «νεαρός ταύρος» (< ΙΕ. *yuwn -ko -: *meryn -k(o)- > μείραξ κ.λπ. Πολλοί όμως τύποι φαίνονται ότι προέρχονται κυρίως από ον. σε -ος
πρβλ. λάβραξ: λάβρος, χαύναξ: χαύνος, βώμαξ: βωμός, φλύαξ: φλύαρος κ.ά. Στηριζόμενοι στην υποκοριστική χρήση του IE. -k(o)-, υποθέτουμε πως σε ονόματα σε -αξ δήλωνε αρχικά υποκοριστική σημασία, η οποία όμως εξασθένησε. Υπολείμματα υποκορισμού είναι κυρίως ονόματα μικρών ζώων, που κι αυτά με τον καιρό έχασαν την υποκοριστική τους σημασία
(πρβλ. σκύλαξ «κουταβάκι», δέλφαξ «γουρουνάκι», πόρταξ «μοσχαράκι». Έτσι λείμαξ δεν είναι το «το μικρό λιβάδι» αλλά «το λιβάδι», βώλαξ «ο βώλος» κ.λπ. Το επίθημα -αξ χρησιμοποιήθηκε και με περιφρονητική ή μειωτική σημασία, η οποία προήλθε πιθ. από τη δωρική κωμωδία, απ' όπου πέρασε στην αττική. Σ' αυτό συνηγορούν ορισμένοι αττ. τ. που βρίσκονται σε αναλογία με δωρικούς, όπως φλύαξ «αστείος» (συνδέεται με τους τ. φλύαρος, φλυαρία, φλυαρείν), κόρδαξ «χορός» (στην αρχαία κωμωδία) (συνδέεται με τους τ. κραδαίνω, κράδη) κ.λπ. Όμως η κατάλ. -αξ σπάνια παρουσιάζει συγκεκριμένη σημασία, η δε χρήση της επεκτείνεται στους μετακλασικούς χρόνους. Έτσι στον Όμηρο μαρτυρούνται μόνο 14 λέξεις με το επίθημα -αξ, στην κλασική περίοδο 29 και στη μετακλασική περίπου 125.Παραδείγματα που δείχνουν την έλλειψη μιας προκαθορισμένης σημασίας είναι τα: φύλαξ «φρουρός», δόναξ «καλάμι», κλίμαξ «σκάλα», λάρναξ «κιβώτιο», πίναξ «σανίδα» κ.ά.. Μάλιστα η λ. ρύαξ «χείμαρρος» δεν έχει υποκοριστική, αλλά μεγεθυντική σημασία, η οποία είναι χαρακτηριστική του επιθήματος στην αττική διάλεκτο (πρβλ. στόμφαξ «πολυλογάς»: στόμφος, χαύναξ «ψεύτης»: χαύνος, «κούφιος», σύρφαξ «όχλος»: συρφετός κ.λπ.) Μολονότι το επίθημα -αξ χρησιμοποιήθηκε κυρίως για τον σχηματισμό ουσιαστικών, δεν είναι σπάνια η χρήση του και σε επίθετα
πρβλ. ομηρ. λίθαξ «πέτρινος», μσν. δρόμαξ «καλός δρομέας» κ.λπ.].

Dictionary of Greek. 2013.


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.